ἀναλογίαν

ἀναλογίαν
ἀναλογίᾱν , ἀναλογία
mathematical proportion
fem acc sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • αναλογία — Στα μαθηματικά λέγεται ότι τέσσερις πραγματικοί αριθμοί, διατεταγμένοι και διάφοροι από το μηδέν, α, β, γ, δ είναι σε α. –και γράφεται α:β = γ:δ– εάν ο λόγος α/β είναι ίσος με τον λόγο γ/δ (π.χ. οι αριθμοί 2, 1, 4, 2 είναι σε α.). Αν οι αριθμοί α …   Dictionary of Greek

  • εχθοδαπός — ἐχθοδαπός, όν (Α) επιγρ. ξένος, αλλοδαπός, εχθρικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < εχθός «εκτός» + δαπος. Το β συνθετικό κατ αναλογίαν προς το αλλο δαπός*. Κατ άλλη άποψη διαφορετικός τ. τού εχθο δοπός* με το β συνθετικό πάλι κατ αναλογίαν προς το αλλο δαπός] …   Dictionary of Greek

  • безсловесьныи — (121) пр. Неразумный, бессмысленный: и ѡ поустошнословныхъ помоливъсѩ... посмисавъсѩ бесловеснѣи ихъ вѣрѣ (ἄλογον) ΓΑ XIII XIV, 53а; да не осудимъсѩ. ѥгда обрѩщемъ(с) бесловеснагѡ і неоученагѡ ѥства хуже. орелъ старѣвъсѩ ослабѣѥть. погружаѥть(с)… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • мѣра — МѢР|А (402), Ы с. 1. Прибор для измерения веса, количества: спѹдъ на главѣ имѧше и лакъкь [вм. лакъть] рекше воднѹю мѣрѹ (πῆχυν) ГА XIII–ХIV, 247в; и исписахъ всѧко сѣмѧ на земли. и изрѡвновахъ всѧку мѣру и превѣсу праведну измѣрихъ и исписахъ.… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • неподобиѥ — НЕПОДОБИ|Ѥ (6*), ˫А с. 1.Бесчестие; беззаконие: съмыслити подобаѥть кльнѹщюѹмѹсѧ. а не тъщатисѧ своѥго извѣщати неподобиѥ. (τὸ ἀνόσιον) ΚΕ XII, 190а. 2. Недомыслие, недопонимание: ˫ако предъ скверньное своего блѧдени˫а. и неподобь˫а въсприѥмлють …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • неподобьство — НЕПОДОБЬСТВ|О (3*), А с. То же, что неподобиѥ в 1 знач.: неподобьствомь кымь насилѧющю (ἀναλόγου!) ПНЧ 1296, 12 об.; и грѣхъ хотѧщихъ ка˫атисѧ ѿлучити подобаеть лѣто ѹречено. по неподобьству съгрѣшени˫а (κατὰ τὴν ἀναλογίαν!) ПНЧ XIV, 170а; всѧ… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • TRIERARCHUS — in Rep. Atheniensi dicebatur, qui navem bellicam armamentaque navalia et eius generis alia, praebebat. Ulpianus, Τριήραρχός ἐςτιν ὁ ναῦν παρεχόμενος πολεμικην` καὶ οκεύη τῇ νηΐ καὶ ὅσα τοιαῦτα. Cui muneri obeundo ditissimi quique assignabantur,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • -γος — [ΕΤΥΜΟΛ. Κατάληξη συνθέτων στερητικών επιθέτων με παθητική σημασία που δηλώνουν εκείνον που δεν έχει πάθει ό,τι εκφράζει το ρήμα. Το επίθημα σε γος εμφανίστηκε αρχικά σε επίθετα προερχόμενα από ουσιαστικά ή ρήματα που έχουν το γ στο θέμα τους… …   Dictionary of Greek

  • έξοθεν — ἔξοθεν (Α) επίρρ. έξωθεν. [ΕΤΥΜΟΛ. Λανθασμένη γραφή τού έξωθεν κατ αναλογίαν προς το ένδοθεν] …   Dictionary of Greek

  • διανέμω — (AM διανέμω) [νέμω] 1. μοιράζω, διανέμω, κατανέμω 2. επιδίδω, δίνω στους παραλήπτες (έγγραφα, προσκλητήρια κ.λπ.) αρχ. 1. παρέχω κατ αναλογίαν 2. διαιρώ, χωρίζω σε τμήματα 3. ταξινομώ, τακτοποιώ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”